Friday, February 6, 2009

A new Spleen

Στο τρένο κάθεται απέναντι μου μια τοξικομανής. Το φρύδι της είναι ματωμένο, τα νύχια της πολύ βρώμικα και παίρνει μανιακά ένα νούμερο στο κινητό που δεν απαντά. Δίπλα κάθονται δύο κυρίες που επιστρέφουν από ένα θέατρο και ξεφυλλίζουν το πρόγραμμα. Την κοιτούν με την άκρη του ματιού τους με οίκτο. Η τοξικομανής σκουπίζει το αίμα κάθε λίγο με ένα χαρτομάντηλο. Είναι φορέας?
Νωρίτερα στην Ακαδημίας περνώ από μια Λυρική σκηνή υπό κατάληψη, σαν πολυκλαδικό λύκειο. Από νέους, που προφανώς δεν έχουν σχέση με το λυρικό τραγούδι και τις πριμαντόνες αυτού του κόσμου. Τέρμα στο φουλ η μουσική, μπροσούρες υπερασπίζονται ένα νέο πολιτισμό, που δε θα στηρίζεται στο ακριβό θέατρο, στην ταξική διαστρωμάτωση των εισητηρίων και των θέσεων, σε ένα πολιτισμό μακριά από τις καπιταλιστικές επιδιώξεις ενός παρεχόμενου προϊόντος. Το όλο θέαμα αν μη τι άλλο προκαλεί εξαιρετική αμηχανία. Πως μπήκαν, πότε θα βγουν, μήπως κάποιος πρέπει να διασφαλίσει την λειτουργία αυτού του κτιρίου? Και αν μπήκαν στη Λυρική έτσι εύκολα, γιατί να μην μπουν και στη βουλή. Εκεί φταίνε περισσότερο.
Τα Εξάρχεια πάντα με τη γνωστή αντιεξουσιαστική και νεανική αύρα, πιο γεμάτα με γκράφιτι από κάθε άλλη φορά. Θεραπευτικοί τοίχοι. Μπετόν τοίχοι σαν σημειωματάριο ψυχιάτρου. Η γωνία του φόνου έχει γίνει ένα υπαίθριο λατρευτικό σημείο που συγκινεί και προβληματίζει με την ειλικρίνεια των αισθημάτων όσων έχουν αφήσει κάτι.
Μαθαίνω ότι το μουσείο της Ακρόπολης θα λειτουργήσει αυστηρά πριν από εκλογική περίοδο, είναι δυνατό χαρτί για την κυβέρνηση, το φυλάει κ αυτό εν καιρώ να το παίξει.
Κακά τα ψέμματα, υπάρχει εδώ και καιρό μια ατμόσφαιρα που θυμίζει πόλεμο. Με όπλα κιόλας.Όταν δεν βγαίνουν όπλα αφορά τον πόλεμο της καθημερινότητας συνήθως. Οι συνομίληκοι μου ειδικά όσοι έχουν οικογένεια δουλεύουν σαν τρελλοί για τα αυτονόητα, όχι ιδιαίτερα φρου φρου, αλλά τα έξοδα είναι μεγάλα. Το βράδυ δηλώνουν κατάκοποι, και ο μόνος καιρός για να πιάσουν το μίτο της οικογένειας τους είναι τα σαββατοκύριακα. Πολλοί αγωνίζονται να εξασφαλίσουν ένα ιδιωτικό σχολείο στα παιδιά τους ειδικά στα προάστια. Η εκπαίδευση στην Αθήνα πλεόν είναι το πιο ταξικό πράγμα που υπάρχει. Οι κάστες ξεκινούν ήδη από τα 5 χρόνια του παιδιού. Ποιος τους δίνει άδικο όμως? Ποια δημόσια παιδεία, ποια δημόσια υγεία?
Ένα κορίτσι 22 χρονών απολύθηκε, ο διευθυντής θεώρησε ότι έπρεπε να υπάρξει μείωση προσωπικού σ'αυτό που κάνει, το λογιστήριο της είπε ότι υπάρχουν οικονομικά προβλήματα λόγω ανοιγμάτων μεγάλων της επιχείρησης. Ο διευθυντής στο screen saver του pc του έχει μακέτες από τον κήπο της βίλας που φτιάνει σε κυκλαδίτικο νησί. Τα γνωστά, πισίνα που γλύφει το χείλος του γκρεμού, καναπέδες για το σόϊ, φοίνικες, τάβλες. Ο διευθυντής πενηνταπεντάρισε, θέλει να χαρεί το εξοχικό που πάντα έβλεπε στα περιοδικά. Που είναι η κρίση? Μήπως η κρίση είναι ότι όλοι τα θέλουν όλα?
Υπάρχουν όμορφα πράγματα, όμορφες καθημερινότητες, όμορφες βόλτες, αλλά πια έχω πειστεί, εδώ και λίγους μήνες στην Ελλάδα υπάρχει πόλεμος. Το κακό είναι ότι και οι πολεμιστές πολεμούν στα τυφλά, σαμποτάρουν κάτι που δυσκολεύονται να ορίσουν. Έναν εχθρό χωρίς όνομα. Αναζητούμε μια ομαδικότητα η οποία όμως είναι χτισμένη πάνω σε εξοργιστικούς ατομισμούς, χτίστηκε μια κουλτούρα ατομισμού και ιδιοτέλειας με τη συνέργεια της πολιτικής, και καλούμαστε μέσα στη θολούρα να βρούμε τη Νέα Πραγματικότητα, για ποιο λόγο? Για να διαφυλάξουμε την άνεση της ιδιοτέλειας μας, που από το οικονομικό σύστημα πλέον απειλείται.
Θα είναι απόλαυση όμως μέσα σε όλο αυτό το πολεμικό κρυφτούλι, να δούμε τους πολιτικούς, τα τζάκια να καταρρέουν.. επιστρέφω στο σπίτι και κάτι γάτες τρώνε ένα κομμάτι ωμό κρέας από μια ταβέρνα κάτω στο δρόμο. Παντού spleen!

Sunday, February 1, 2009

Sunday, January 25, 2009

Bad restaurant

Βρέθηκα στην Αράχωβα το σαββατοκύριακο, ένας φίλος "φαν" του μέρους με παρέσυρε να πάμε να δούμε το μέρος με κάποιον που ξέρει τα κατατόπια και ίσως πίσω από τη βιτρίνα του.
Βράδυ Σαββάτου πηγαίνουμε στο εστιατόριο-bar-club "Ακουαρέλλα". Πήχτρα, σε μικρά αγχωτικά τραπεζάκια, μεγάλη μπάνκα του Σαββάτου. Έρχεται ο κατάλογος. Μπριζόλα (μενταγιόν ελληνιστί) 32 ευρώ, ριζότο 20 ευρώ, ένα μπουκάλι κρασί 80 ευρώ. Η στενότητα του χώρου, το ότι δεν πεινούσα , και το εξώφθαλμα ακριβό μενού άρχισαν να με εκνευρίζουν. Μια ματιά στον κόσμο, και αυτή μου φάνηκε απογοητευτική. Ζευγάρια χορτασμένων 50ρηδων και βάλε, απέναντι μου μια ξανθιά στο απροσδιόριστο ηλικιακά φάσμα 40-60 λόγω των πολλαπλών αποξέσεων και τραβηγμάτων, και νέα παιδιά, ζευγαράκια με τα λαμέ τους ρουχαλάκια, και πολλοί πιθανότατα εργένηδες άντρες οι περισσότεροι βαρείς καπνιστές και με μεγάλη μπάκα μπροστά. Ο ντιτζέϊ άρχισε να παίζει ελληνικά δυνατά, ξεδιπλωνόταν με τα λεπτά το χειρότερο ελληνάδικο που χρόνια είχα να πάω. Συγκράτησα το Λάμπω της Βίσση, την Κατερίνα του Μπίγαλη, τον Πετρέλη, τη Βανδή και το Ρέμο σε διασκευές, όλα αυτά μέσα στα παστωμένα με κατσικίσιο τυρί, τρούφες, μενταγιόν κλπ και τα λαίμαργα στόματα και τα βαρεμένα πρόσωπα.
Δεν άντεξα και αναγκάστηκα να παραπονεθώ χοντρά για την επιλογή του φίλου μου, να με φέρει στο μαγαζί αυτό, που διατείνεται ότι είναι άνθρωπος της ποιότητας. Το να χρεώνεις μια μπριζόλα 32 ευρώ και να βάζεις τους ανθρώπους να ακούνε Κώστα Μπίγαλη είναι αυτό για το οποίο ο μοντέρνος νεοελληνικός πολιτισμός οδηγεί τόσους πολλούς ανθρώπους στον ψυχαναλυτή ή στην νέυρωση ή στη χρεωκοπία ή απλά στο να είναι κακότροποι στους εαυτούς τους και στους άλλους. Η κακόγουστη και λιμοκοντόρικη σύνδεση του υπερτιμημένου, του πανάκριβου, της δήθεν μάρκας με τα πιο ταπεινά, σκυλάδικα ένστικτα που έχουν μπολιάσει τη ράτσα αυτές τις δεκαετίες με τρελλαίνει, του είπα. Με τις ίδιες τιμές στο Παρίσι του είπα ή στις Βρυξέλλες, θα είχες προσωπικό σερβιτόρο να σε εξυπηρετεί με τη μεγαλύτερη ευγένεια, ενδεχομένως και ζωντανή μουσική με βιολί και πιάνο, και όχι κακομαθημένες καρακαηδόνες και γαμίκουλες να λικνίζονται αυτάρεσκα σε ότι πιο κακόγουστο μπορεί να ακουστεί και να περιμένεις 1 ώρα να σου ρθει το πιάτο. Μου είπε ότι πρέπει να χαλαρώσω, αποφάσισα να μην ξαναμιλήσω για το υπόλοιπο της βραδιάς, να κοιτάζω το κενό ή την απέναντι απροσδιορίστου ηλικίας ξανθιά, και να μυρίζω τον καπνό από τον πίσω μου τυπά που κάτι έλεγε σε μια έκρηξη υπερκοινωνικότητας. Στο τέλος πληρώσαμε τρία άτομα 145 ευρώ για φαγητό που μοσχοβολούσε οίηση και δηθενιά, και φύγαμε πάνω στο Όλα τα λεφτά της Βίσση με τρομερή ανακούφιση, και 100 ευρώ να πλήρωνα θα τα ξεχνούσα μπροστά στην έξοδο μου από κει μέσα. Ένιωθα σαν ένας κακός μαθητής, ή σαν ένας περήφανος αυτιστικός. Στην έξοδο περάσαμε τα παρκαρισμένα τζιπ, ευτυχώς έβρεχε, και αποφάσισα ότι παρόλες τις ομορφιές της περιοχής, και τα όχι λίγα θέλγητρα του τόπου γύρω, θα αργήσω να ξαναπάω στην Αράχωβα.

Tuesday, January 20, 2009

Nightime breakfree

Οι Αλκυονίδες αναπαύουν τα δέντρα του δρόμου
το απόγευμα η ροή της κίνησης έμοιαζε με γιρλάντα που καίγεται
ενώ τα χθεσινά όνειρα σαπίζουν ήδη στον πάτο μαζί με τα προχθεσινά.

Τα μάτια μου βρίσκονται σε οξεία γωνία με το μαξιλάρι
οι τένοντες μου σκέφτονται
τα εν τω βάθει αντανακλαστικά γίνονται νέα μάτια
η αντίληψη του χρώματος φέρνει την εικόνα μιας Ινδικής τίγρης
(ευρωπαίοι του BBC κινηματογραφούν ντοκιμαντέρ.. επιδίωξαν τον εξωτισμό)
και το σώμα ημιλιπόθυμο, περασμένες μία
ασυναίσθητα επωάζει μικρούς ξεσηκωμούς
καλά κρυμμένους από τα κατά συνθήκην ψεύδη
αυτού του μασίφ, μετωπικού ογκόλιθου
που ονομάζουμε καθημερινότητα.

Tuesday, January 13, 2009

Quaint

Quaint= αλλόκοτος/ειδικός/ παράξενος/ εξπέρ/ κομψός και όμορφος.
Quaintness, ζήτω η παραξενιά.

made by Celsius, Dec2008

Saturday, January 10, 2009

Hooverphonic- Barabas

Κυριακή πρωί,
Hooverphonic 1996 Barabas, αυτό το γκρουπ πάντα ήξερε να φτιάχνει ενδιαφέροντα δράματα.

Thursday, January 8, 2009

Massive destruction

700 νεκροί, 200 παιδιά, αθλιότητα, όλα τα υπόλοιπα ωχριούν μπροστά στο στεγνό μαθηματικό γεγονός.

(από το φινάλε του Ιn the mood for love, η ερημιά του ναού του Άνγκορ, ίδια με την απονευρωμένη φαιά και λευκή ουσία όσων διαλέξαν τον πόλεμο).