
Ο Γιαννούλης Χαλεπάς στην αναδρομική γι’αυτόν στην Εθνική Γλυπτοθήκη, εμφανίζεται μόνο σε μια φωτογραφία, γέρος, όψη εντυπωσιακή, στοχαστική φυσιογνωμία, με κάτασπρη πυκνή γενιάδα, ολοστρόγγυλα γυαλιά και φθαρμένο σακάκι, σκύβοντας ευλαβικά προς τα μπρος. Θυμίζει βουκολικό Φρόϊντ, λείπει παντελώς η αστική αίσθηση, υπερτερεί ο ερημίτης σοφός και ασκητής. Στις αρχές του αιώνα βοσκούσε πρόβατα στην Τήνο , και όλο το χωριό ο Πύργος τον είχανε ξεγραμμένο , νεκροζώντανο. Ο τρελλός. Πρόλαβε βέβαια δεκαετίες πριν να φιλοτεχνήσει την Κοιμωμένη του , το Σάτυρο , αξεπέραστα , εμβληματικά αγάλματα, σταθμοί στην ιστορία της ελληνικής τέχνης, Και μένει τώρα αρχές 1900 μετά από χρόνια έγκλειστος στο φρενοκομείο της Κέρκυρας με τη μάνα του στον Πύργο , αυτή του καταστρέφει ότι φτιάχνει με τα χέρια του , θεωρεί ότι η γλυπτική τον οδηγεί στην τρέλλα , στη διάλυση. Μάνα κέρβερος , «είμαι ο Οιδίποδας» γράφει στην ανιψιά του , «και εσύ η Αντιγόνη που με έφερες στην Αθήνα.» Ευτυχώς για την τέχνη η μάνα κάποτε πεθαίνει. Βιάζεται από τότε μέχρι το θάνατο του , ερχόμενος και στην Αθήνα τα τελευταία χρόνια της ζωής του , να φτιάξει έργα. Τα αφήνει στο γύψο , ίσως βγαίνουν φτηνότερα δεν γνωρίζω. Η σιγή του , σαν τη σιγή του Rimbaud στα 17 , προφανώς τον κατατρέχει, δεκαετίες ολόκληρες εκτός δημιουργίας , παραιτημένος , ανενεργός. Βιάζεται και αφήνει έργα πρωτόφαντα , ανεξιχνίαστα , εξπρεσιονιστικά που ίσως δεν αρέσουν σε όλους , μακριά από το κλασσικιστικό ιδεώδες μιας Κοιμωμένης. Πολλές φιγούρες σφιχταγκαλιάζονται , η μία ακουμπά και εισδύει μέσα στην άλλη σ’έναν παθολογικό ερωτηματικό εναγκαλισμό, τα πολλαπλά πρόσωπα της σχιζοφρένειας ίσως , μια φωνή εντός μιας άλλης ?
Προσπαθώ να βρω τα πρόσωπα της νόσου , που τον κατοικούν, στον άνθρωπο της φωτογραφίας. Βλέπω μάλλον έναν αγιορείτη ταπεινό , ολίγον εξαντλημένο αλλά και λίγο διαολεμένο. Θα υπήρξε και από αυτό δεν μπορεί , στη σχιζοφρένεια το θρησκευτικό παραλήρημα είναι πολύ συχνό. Τραγωδία ….
Μη χάσετε την έκθεση Χαλεπά στη Γλυπτοθήκη. Εξαιρετική μόνιμη συλλογή , πάρκο έξω με υπαίθρια γλυπτά και κατασκευές.
Σ’αρέσει δε σ’αρέσει , γιατί σε πολλούς η τελευταία περίοδος του καλλιτέχνη δε θα πει πολλά , λίγο επίπεδα , λίγο αποδιοργανωμένα τα έργα , αυτός ο άνθρωπος βγάζει κάτι από αγιοσύνη στη φωτογραφία . Μόνο που για να του παρασημοφορηθεί αυτή στο πέτο , και να ενωθεί μέσα στο βλέμμα του , κολύμπησε βαθεία στο διαβολικό της ύπαρξης , της οικογένειας και της κοινωνίας που τον έβγαλε , και ανασύρθηκε αγιωμένος παρέα με μια νεκρή Κοιμωμένη.