
Το νέο μουσείο είναι αέρινο και ελαφρύ παρόλο το εξωτερικό του μέγεθος. Στο εσωτερικό του επικρατεί μια αίσθηση ενός υπαινικτικού κενού μέσα στο οποίο πρέπει να χωρέσουν εκτός από αγάλματα, κείμενα, πωλητήρια και καφέ μια ολόκληρη ηθική και μια κληρονομιά.

Με συγκίνησε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μουσείο έχω δει. Φυσικά επειδή είμαι Έλληνας. Εκτός από αυτό υπάρχει όμως στη φιλοσοφία της δημιουργίας του η λετουργία της τεράστιας εντυπωσιακής κατασκευής που τόσο έχει κατηγορηθεί, η οποία όταν βρίσκεσαι μέσα μεταλάσσεται σε μια αιώρηση στο χρόνο και στις ιδέες και στην αισθητική. Σαν να σαι στο αμνιακό υγρό του αρχαίου πολιτισμού μέσα. Ο θόρυβος εξαλείφεται, και μόνος σου με ήπιο φως και δυνατό κλιματισμό συνομιλείς με μάρμαρα. Είναι ένα εμβληματικό κτίριο το οποίο πέρα από την ομορφιά των εκθεμάτων του, είναι και το πιο δυνατό σχόλιο για τη σημασία της αρχιτεκτονικής στην δημόσια ζωή. Είναι μια νέα πρόταση του να υπάρχουμε σε δημόσιο χώρο στην Ελλάδα όπου οι αποθήκες γίνονται τουαλέτες, και τα μπαλκόνια ημιυπαίθριοι και τα πεζοδρόμια stands πωλήσεων και parking. Είναι ένα κτίριο παγκόσμιο. Είναι ένα hot tip, και χρειαζόμαστε κάτι τέτοιο να πάρουμε λίγο τα πάνω μας ομαδικά. Έχει πέσει τόση μιζέρια τα τελευταία χρόνια.

Και η ανοιχτή θέα από την πάνω αίθουσα του Παρθενώνα που στέκεται ασύμμετρα σαν κύβος του Ρούμπικ πάνω στην πρώτη είναι η θέα που επιθυμεί ο κάθε άνθρωπος που ζει σε μια μεγάλη πόλη. Για τις θέες τρέχουμε οι άνθρωποι στη Μονμάρτη, ανεβαίνουμε το Βατικανό, το πύργο τηλεπικοινωνιών στο Βερολίνο. Κατά εκατομμύρια κάθε χρόνο.

Το μουσείο βάζει την Ελλάδα στο χάρτη τον ταξιδιωτικό όπως κάθε σημαντικό μουσείο μας ανάγκαζε για χρόνια να οργανώνουμε ταξίδια για να το δούμε. Όχι μόνο για τη θεματική του αλλά και για το κτίριο του. Γιατί είναι σύμβολο, εγκιβωτίζει μια αισθητική, το επιπλέον, το υστέρημα θετικής ενέργειας μιας πόλης, μιας χώρας. Και δεν πειράζει που το εγκαινίασε ο Σαμαράς. Τώρα ανήκει σε όλους.

Και μετά τα εκθέματα, μιλούν από μόνα τους, όχι ιδιαίτερα πολλά αλλά τόσο μεγάλης αξίας, όσα πρέπει, ασύλληπτης ποιότητας, τεχνικής, ομορφιάς, έκφρασης. Είναι ένα μουσείο ηδονής. Με φως φυσικό, με σώματα γυμνά, με μάχες, με μύθους. Πόσοι πραγματικά έχουν έρθει σε επαφή με αυτήν την ομορφιά, εκτός από αρχαιολόγους και φοιτητές καλών τεχνών που μελετούν για χρόνια πάνω στα αντίγραφα των αγαλμάτων, σε όλον τον κόσμο.

Άρα το μουσείο αυτό πετυχαίνει και στον πιο σημαντικό στόχο ενός πολιτιστικού φορέα που είναι να ερεθίσει την περιέργεια των ανθρώπων ώστε μέσα από τη χαρά του βλέμματος, να θελήσουν να μάθουν περισσότερα. Να συνηθίσει το μάτι να ζητάει την ομορφιά.

Το προσωπικό ευγενέστατο, με όρεξη να εξηγήσει πράγματα. Το πωλητήριο το καλύτερο που υπάρχει στην Ελλάδα, με ποικιλία από βιβλία και αναμνηστικά που μόνο σε μουσεία του εξωτερικού έχουμε δει. Για παιδάκια, για τουρίστες, για καθιστικά και σπίτια, για σκληροπυρηνικούς της αρχαιολογίας.

Αυτή τη φορά όλα προίδεάζουν για το πιο πετυχημένο εγχείρημα προώθησης του εγχώριου πολιτισμού των τελευταίων δεκαετιών. Μια κίνηση εντόπια, με ακτινοβολία που θα δημιουργήσει νέο ενδιαφέρον σε χιλιάδες ανθρώπους που θα περάσουν από τη γειτονιά αυτη του κόσμου.

Βλέποντας από ψηλά αυτή τη θαυμάσια αναγεννημένη γειτονιά του Μακρυγιάννη, απομονώνει κανείς για λίγο τις δυσάρεστες εικόνες αυτού του αστικού τέρατος, και τις αντικαθιστά με εικόνες ευζωίας και ήρεμης ποιότητας ζωής. Όχι διαφημηστικού τύπου και lifestyle, αλλά όπως θα έπρεπε ίσως να είναι για κάθε ευρωπαϊκή πόλη, λίγη άπλα, λίγο πράσινο παραπάνω, λίγο ποδήλατο, λίγα όμορφα μπαλκόνια και πάνω απ'όλα περισσότερος σεβασμός του ιδιώτη στο δημόσιο χώρο. Το μουσείο αυτό ανεβάζει πρόσκαιρα τα όνειρα μας για τη ζωή σ'αυτή την πόλη. Μακάρι η ευφορία του να κρατήσει για καιρό..